«Μα τον Ηρακλή, αυτό είναι το τέλος της πολεμικής ανδρείας» Η αντίδραση του βασιλιά Αρχίδαμου της Σπάρτης, όταν πρωταντίκρισε καταπέλτη, το 330 π.Χ., σύμφωνα με τον Πλούταρχο.
Όλοι γνωρίζουμε ότι τα ταξίδια στη Σελήνη οφείλονται στην εξέλιξη της βλητικής και στο πέρασμα από τα πυροβόλα στους πυραύλους. Όμως, πόσοι γνωρίζουν πότε πρωτοεμφανίστηκε το πυροβολικό;
Το 397 π.Χ. οι Συρακούσες στη Σικελία, έβλεπαν με ανησυχία το στόλο της Καρχηδόνας να μεγαλώνει υπέρμετρα. Ο τύραννος των Συρακουσών Διονύσιος, συγκέντρωσε στο παλάτι του, τους καλύτερους οπλουργούς του νησιού, και τους ζήτησε να του σχεδιάσουν νέα όπλα που θα μπορούσαν να κρατήσουν τον εχθρικό στόλο μακριά από τα τείχη του. Έτσι σχεδιάστηκαν ο γαστραφέτης και ο οξυβελής καταπέλτης τα οποία δοκιμάστηκαν με επιτυχία στην αποικία των Καρχηδονίων Μότυα, στη δυτική Σικελία.
Μεθυσμένος από την επιτυχία του ο Διόνυσος διεύρυνε το προσκλητήριό του καλώντας πλέον τους γνωστότερους μηχανικούς και οπλουργούς από όλο τον Ελληνικό κόσμο. Έτσι σχεδιάστηκε το παλίντονο όπου πολλαπλασιάστηκε η ισχύς ρίψης βάσει στρέψης κι όχι βάσει κάμψης που ίσχυε στο ευθύτονον. Καθώς επίσης για να μπορούνε να σκοπεύουν είχαν ένα γυροσκοπικό σύνδεσμο στη βάση του! (Στο σχολείο μαθαίνουμε ότι τον ανακάλυψε ο Τζιρόλαμο Καρντάνο, μέσα 16ου αι. μ.Χ.)
Ενόσω τώρα οι μηχανικοί σχεδίαζαν για το Διόνυσο πλοία μεγαλύτερα της τριήρης (τετρήρη και παντήρη), που θα μπορούσαν να μεταφέρουν και καταπέλτες, αυτός συνέχιζε να προσκαλεί και άλλους φωστήρες του πνεύματος. Ο επιφανέστερος από τους δελεασθέντες ήταν ο Πλάτωνας, που μόλις είχε εντάξει στους μαθητές του και τον Αριστοτέλη, ο οποίος συνέχισε την καριέρα του στην αυλή του Φιλίππου της Μακεδονίας και ανέλαβε την μόρφωση του Αλεξάνδρου.
Δεν ξέρουμε πόσα μετάγγισε στους Μακεδόνες από τις Συρακούσες ο Αριστοτέλης, αλλά οι μηχανικοί του Φιλίππου εισήγαγαν καινοτομίες, όπως τη μετατροπή των μηχανών σε φορητές πάνω σε τροχούς ή τη δυνατότητα ρίψης και λίθων (οι επονομαζόμενες βαλλίστρες) εκτός από δόρατα.
Τη δοκιμή των όπλων αυτών έκανε ο Φίλιππος στα δέκα χρόνια που αιματοκύλισε τις ανεξάρτητες Ελληνικές πόλεις, μέχρι να αποσπάσει την αναγνώριση της ηγεμονίας του. Εξοπλισμένος με τις μηχανές αυτές ο Αλέξανδρος την δεκαετία του 330 π.Χ. κατέλαβε κάστρα απόρθητα για την εποχή του, και ξεκίνησε την εκστρατεία κατά των Περσών.
Τους δύο τελευταίους προχριστιανικούς αιώνες με κέντρα ανάπτυξης τις Συρακούσες, την Αλεξάνδρεια και τη Ρόδο, υλοποιούνταν μηχανές και τεχνουργήματα απίστευτης τελειότητας, τέτοια που ο πολιτισμός άλλων λαών θα έκανε αιώνες να τα αναπτύξει.
Δείγματα αυτού του πολιτισμικού οργασμού ήταν τα θαύματα αρχιτεκτονικής όπως ο Φάρος της Αλεξάνδρειας, ο Κολοσσός της Ρόδου, ο Βωμός της Περγάμου, ο Ναός της Εφέσου, το Μαυσωλείο της Αλικαρνασσού ή πνευματικά ιδρύματα όπως η βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας.
Την περίοδο εκείνη μια πλειάδα μηχανικών, κυρίως από τις πόλεις την Ιωνίας, πρόσφεραν τις υπηρεσίες τους σε όποιον πλήρωνε καλύτερα. Γνωστότεροι είναι ο Αγησίστρατος, ο Αρχύτας, ο Ηγήτωρ, ο Επίμαχος, οι Αλεξανδρινοί Ήρων, Κτησίβιος και Διονύσιος και ο Αθηναίος Μηχανικός (που ταυτίζεται με τον περιπατητικό φιλόσοφο Αθηναίο από τη Σελεύκεια).
Οι αμυνόμενοι Ρόδιοι χρησιμοποιούσαν το πολυβόλον, τον επαναληπτικό καταπέλτη που σχεδίασε γι’ αυτούς ο Διονύσιος της Αλεξάνδρειας. Εκτός από τον πρωτόφαντο μοχλό όπλισης, εισήγαγε στην παγκόσμια ιστορία και την επίπεδη αλυσίδα μετάδοσης κίνησης. Ένα τόσο περίτεχνο κατασκεύασμα με τόση ακρίβεια και αξιοπιστία στις βολές του που οι λαοί της δυτικής Ευρώπης κατόρθωσαν να το κατασκευάσουν μόλις τον 16ο αι. μ.Χ.
Παράλληλα στις απειλούμενες Συρακούσες από τους Ρωμαίους, ο σπουδαγμένος στην Αλεξάνδρεια Αρχιμήδης δημιούργησε μηχανές που σκορπούσαν τον τρόμο στους εχθρούς. Πέρα από τις υποβρύχιες αρπάγες, τους γερανούς πάνω από τα τείχη, τα κοίλα κάτοπτρα τηλεμπρησμού των πλοίων, τους σκορπιούς (μικρούς καταπέλτες μέσα σε κόγχες του τείχους), ο μέγας μηχανικός κατασκεύασε το μεγαλύτερο καταπέλτη που γνώρισε ο αρχαίος κόσμος.
Ακόμη και αυτή η αρχή των κανονιών, των ρουκετών και των πυραύλων φαίνεται ότι ήταν κάτι που ανακάλυψε ο πολυμήχανος Έλληνας των Συρακουσών. Σε κείμενο του Κικέρωνα που εντόπισε ο Πετράρχης στις αρχές του 13ου αι. και το παρέδωσε στο Λεονάρντο ντα Βίντσι, ο Αρχιμήδης είχε σχεδιάσει τηλεβόλο που αντλούσε τη βλητική του ενέργεια από ατμό.
Αλίμονο όμως, ότι απέτρεψε η άμυνα με τις μηχανές του Αρχιμήδη, το επέτρεψε η προδοσία και το 212 π.Χ. οι Ρωμαίοι εισβάλουν στην πόλη. Παρά την εντολή τους να συλληφθεί ο σοφός χωρίς να τον πειράξει κανείς, ένας στρατιώτης σκότωσε τον γέρο ενώ αυτός ήταν προσηλωμένος σε κάποιο γεωμετρικό πρόβλημα. "ΜΗ ΜΟΥ ΤΟΥΣ ΚΥΚΛΟΥΣ ΤΑΡΑΤΤΕ" πρόλαβε να του πει. Το ελεύθερο πνεύμα της Ελληνικής επιστήμης ήτανε νεκρό.
Έτσι ξεκίνησε η θριαμβευτική εξάπλωση της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Κάνοντας κτήμα τους οι Ρωμαίοι τα όπλα των Ελλήνων, ξεχύθηκαν στις σπαρασσόμενες επαρχίες της πρώην αυτοκρατορίας του Αλεξάνδρου, στις κτήσεις της Καρχηδόνας και στα εδάφη των Κελτών. Χρησιμοποιούσαν τις μηχανές αυτούσιες, χωρίς αλλαγές στο μηχανισμό, αλλά μεγαλύτερες.
Γύρω στο 100 μ.Χ. ο αυτοκράτορας Τραϊανός, εν όψει της εισβολής του στη Δακία (σημερινή Ρουμανία), ζήτησε από τον Έλληνα αρχιμηχανικό του, τον Απολλόδωρο, να του επανασχεδιάσει βλητικές μηχανές. Εκείνος του σχεδίασε ελαφρύτερους και ισχυρότερους καταπέλτες, με σιδερένιο πλαίσιο των σπειρών, καθώς επίσης ένα μεταφερόμενο τύπο πάνω σε άμαξα, την καροβαλλίστρα.
Από τον 4ο αι. μ.Χ. οι Ρωμαίοι άλλαξαν τις ορολογίες σε ballistae για τις μηχανές εκτόξευσης βελών και catapultae για εκείνες των λίθων. Έπαψαν να ενσωματώνουν τις μηχανές αυτές στις λεγεώνες, και σχημάτισαν δικό τους σώμα στρατού, πρόδρομο του σημερινού σώματος πυροβολικού.
Το 587 μ.Χ. το λεφούσι των Αβάρων του Χαγάνου πέρασε το Δούναβη και εμφανίστηκε στα περίχωρα της οχυρωμένης πόλης Αππαιάρειας στη Θράκη. Λίγο πριν της επιτεθούν συνέλαβαν ένα στρατιώτη, ονόματι Μπούσας. Βλέποντας ότι θα τον σκοτώσουν τους υποσχέθηκε να τους βοηθήσει στην πολιορκία, φτιάχνοντας έναν καταπέλτη που δεν είχαν ματαδεί. Έτσι γκρέμισαν τα τείχη και κατέλαβαν την πόλη. Στη συνέχεια όρμησαν και σε άλλες βαλκανικές πόλεις. Το 597 μ.Χ. οι Άβαροι επιτέθηκαν στη Θεσσαλονίκη, ενωμένοι με τους υποτελείς τους Σλάβους.
Κατά τον Βυζαντινό ιστορικό Θεοφύλακτο Σιμοκάττα ήταν καταπέλτες τετράγωνοι με μεγαλύτερες βάσεις και αντίβαρα μεγάλους κυλίνδρους όπου κρέμονταν στο πίσω μέρος σφεντόνες και εξαπέλυαν πέτρες με μεγάλο θόρυβο (λεγόταν βρικόλακες). Η πρόσφατη αποκάλυψη του κειμένου αυτού έπεσε σαν βόμβα στους μελετητές στρατιωτικής τεχνολογίας στη δύση, γιατί πίστευαν ότι τα περιστρεφόμενα αυτά θηρία ήρθαν από την Κίνα τον 11ο αι μ.Χ. όπου τα πρωτοσυνάντησαν οι Σταυροφόροι στην πολιορκία της Ιερουσαλήμ (λέγονταν τραμπούκοι). Ήταν μια εξέλιξη που τάραξε συθέμελα τις οχυρωμένες πόλεις μιας και είχαν τη δυνατότητα ρίψης βράχου βάρους ακόμη και ενάμιση τόνου.
Η μόνη οχύρωση που τους αντιστάθηκε ήταν της Κωνσταντινούπολης αλλά και αυτή έπεσε όταν εμφανίστηκε η βομβάρδα του Μωάμεθ του Πολιορκητή, κατασκευή του Τρανσιλβανού μισθοφόρου Ουρβανού και ήταν το μεγαλύτερο από 70 παρόμοια κανόνια και ονομάστηκε Βασιλική, παρά τα όσα λέμε για κερκόπορτες.
Η Βασιλική ήταν το ορόσημο για το πέρασμα στη νέα εποχή του κυριολεκτικού πυροβολικού και των μετέπειτα πυραύλων.
Ήταν η κατάληξη μιας ιστορίας που ξεκινά το 200 π.Χ. όταν οι Κινέζοι ανάμειξαν θειάφι, νιτρική ποτάσα και κάρβουνο φτιάχνοντας την πυρίτιδα. Ως το 600 μ.Χ. δεν είχαν κάνει τίποτα ιδιαίτερο παρά πυροτεχνήματα. Τον 10ο αι. μ.Χ. διαδόθηκε στους Άραβες και σύντομα όλοι οι Ασιάτες πειραματίζονταν με την εκρηκτική της δύναμη.
Μπορεί η πτώση της Πόλης να έφερε μαυρίλα και οπισθοδρόμηση στον τότε πολιτισμένο κόσμο, αλλά έδωσε την ευκαιρία στη Δύση να βγει σταδιακά απ’ το Μεσαίωνά της. Αυτό έγινε με το μπόλιασμά της με τους Έλληνες λόγιους και καλλιτέχνες που ξέφυγαν από τον Οθωμανικό ζυγό και έζησαν στη Δύση. Έτσι η βάρβαρη Δύση υπετάγη για μια ακόμη φορά στην ανάταση του πνεύματος που υποχρεωτικά η ενασχόληση με τις Ελληνικές αξίες επιφέρει. Αναγκαστικά λοιπόν ήρθε η Αναγέννηση των τεχνών και των γραμμάτων.
Παράλληλα από τον 5ο αι. π.Χ. οι Βιωτοί στη μάχη των Πλαταιών χρησιμοποιούσαν φλογοβόλους φυσητούς σωλήνες που είχαν εξελιχθεί από τον Απολλόδωρο. Το φλεγόμενο υλικό ήταν νάφθα ή πετρέλαιο αναμεμειγμένα με κάρβουνο και θειάφι.
Το 679 μ.Χ. το Βυζαντινό ναυτικό πολιορκούνταν από το πολυάριθμο των Αράβων. Τότε ένας ναυπηγός ονόματι Καλλίνικος από την Ηλιούπολη της νότιας Συρίας (την παλιά Μααλπέκ των Φοινίκων), εκμυστηρεύτηκε στον Αυτοκράτορα Κωνσταντίνο Δ’ Πωγωνάτο ότι κατείχε τη συνταγή ενός εύφλεκτου ζελατινώδους υγρού που έκαιγε ακόμη και μέσα στο νερό. Το 680 μ.Χ. στη ναυμαχία της Κυζίκου οι δρόμωνες (πολεμικά πλοία των Βυζαντινών), εκτόξευσαν το εν λόγω υγρό στα Αραβικά πλοία. Οι Άραβες κατατρομαγμένοι υπέγραψαν τριακονταετή ειρήνη.
Το 718 όταν ο Χαλίφης Σουλεϊμάν πολιόρκησε την Κωνσταντινούπολη, η αρμάδα του πυρπολήθηκε και αναγκάστηκε να λύσει την πολιορκία άρον άρον.
Το 941 όταν οι Βάραγγοι του βασιλιά Ιγκόρ του Κιέβου κατέβηκαν με χιλιάδες ντρακάρ στον Εύξεινο Πόντο και έζωσαν την βασιλεύουσα, ενώ ο λαός στην Αγιά Σοφιά έψελνε το «Τη Υπερμάχω…» οι πυροφόροι δρόμωνες έκαναν στάχτη τα σκάφη των Σουηδο-Ρωσο-Ουκρανών Βίκινγκ. Ο χρονικογράφος του βασιλιά τους κατέγραψε: «Οι Έλληνες κατέχουν κάτι σαν τον κεραυνό των ουρανών που το ξαμολάνε και μας καίει. Γι’ αυτό το λόγο δεν καταφέραμε να τους κατακτήσουμε».
Για τελευταία φορά η Κωνσταντινούπολη κατέφυγε στο υγρό πυρ κατά των Βενετών στην διάρκεια της Δ’ Σταυροφορίας. Μετά φαίνεται ότι το μυστικό και ο φορέας του χάθηκαν για πάντα…
Πάντως κάτι μας έμεινε για να το θυμόμαστε, οι φυσούνες που χρησιμοποιούσαν οι Βυζαντινοί ναύτες για να σπρώχνουν τη φωτιά μακρύτερα, τα επονομαζόμενα μυαλά. Από τότε έμεινε το κοινώς λεγόμενο «Πήραν τα μυαλά του αέρα!».
Έρευνα: topeiraxtiri.blogspot.com